διακονοῦνται

διᾱκονοῦνται , διακονέω
minister
pres ind mp 3rd pl (attic epic doric)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ολιγόδουλος — ὀλιγόδουλος, ον (ΑΜ) αυτός που έχει λίγους δούλους («ὀλιγόδουλοι δ ὄντες ὑπὸ τῶν συγγενῶν διακονοῡνται τὸ πλέον ἢ ὑπ ἀλλήλων», Στράβ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ὀλιγ(ο) (βλ. λ. λιγο ) + δοῦλος] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.